Ὑπό Αἰδεσιμολογιωτάτου Ἱερέως Εὐάγγελου Στ. Γκιουζέλη π.Θ.
Προϊσταμένου Ἱ. Μητρ. Ναοῦ Ἁγίου Βησσαρίωνος Καλαμπάκας
(4 Δεκεμβρίου)
Εἰς τήν Ἁγίαν Βαρβάραν, Τόν Ἅγιον Ἰωάννην Δαμασκηνόν καί Ἅγιο Σεραφείμ Ἐπίσκοπο Φαναρίου καί Νεοχωρίου.
« Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ» ( Ψαλμ. 67,35) καί «Χριστῷ συνασταύρωμαι, ζῷ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δε ἐν ἐμοί Χριστός» ( Γαλ. Β΄,20)
Τούτοι οι στίχοι αρμόζουν Σεβασμιώτατε, πάτερ και Δέσποτα και Αγαπητοί μου Αδελφοί για τους σήμερα εορταζομένους Αγίους μας, δηλ. την Αγία Βαρβάρα, τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό και τον Ιερομάρτυρα Άγιο Σεραφείμ Επίσκοπο Φαναρίου και Νεοχωρίου. Οι Πατέρες της Εκκλησίας υποστηρίζουν πως ο κάθε άνθρωπος είναι μια ζωντανή και ανεπανάληπτη εικόνα του Θεού. Και συγκεκριμένα Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αναφέρει πως «πάσα φύσις λογική, εικών του Θεού εστίν.» Το ίδιο και ο Άγιος Διάδοχος ο Φωτικής θα πει: «όλοι οι άνθρωποι είμαστε εικόνες του Θεού. Αλλά το καθ’ ομοίωσιν, δηλαδή η Θέωση και ο Αγιασμός είναι για εκείνους μόνο που αγαπούν το Θεό και που γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο, δίνουν όλο τους το είναι σ’ Αυτόν».
Εξάλλου και ο Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, μιλώντας για την προς το Θεό αγάπη, θα τονίσει πως δεν είναι μια αφηρημένη συναισθηματική κατάσταση, αλλά μια διαρκής πάλη και ένας συνεχής αγώνας του ανθρώπου κατά των παθών τον οποίον επιζητεί ο Θεός, ώστε δια της καθάρσεως απ’ αυτά να καταφέρει ο άνθρωπος να ενωθεί με τις Θείες Άκτιστες Ενέργειες. «Χρή τον άνθρωπον από προαιρέσεως γεωργήσαι γην της καρδίας αυτού και πονήσαι. Ζητεί ο Θεός τον πόνον και την εργασίαν του ανθρώπου.»
Μ’ αυτό το πνεύμα, των πατερικών αποφθεγμάτων, αγωνίσθηκε και η Αγία Βαρβάρα ενάντια στα πάθη, που και αυτή είχε ως μεταπτωτικός άνθρωπος και κατάφερε δια της αγάπης προς το Θεό να αποκτήσει την αγία απάθεια. Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος διακηρύττει πάνω σ΄αυτό: «η αγία απάθεια σαν ένα κυκλικό στεφάνι περιφρουρεί τους Αγίους από κάθε πονηρό και εφάμαρτο λογισμό». Το χάρισμα αυτό, που δίνεται στους θεωμένους ανθρώπους, οι οποίοι αγαπούν το Θεό, είχε σε μεγάλο βαθμό η Αγία Βαρβάρα.
Ζώντας μέσα σε ένα ειδωλολατρικό περιβάλλον έμεινε εντελώς ανεπηρέαστη από τον τρόπο ζωής των ειδωλολατρών, που ήταν συνυφασμένος με τα πάθη και τις ηδονές. Αυτό σημαίνει πως δεν την ενδιέφεραν οι τιμές, τα πλούτη και τα φθαρτά πράγματα του κόσμου τούτου. Επιπρόσθετα η αγία ψυχή της ήταν απαλλαγμένη από την εμπάθεια και τέλος το σώμα της ήταν εντελώς ξένο προς κάθε λογής ηδυπάθεια.
Έχοντας λοιπόν κατά την Πατερική Θεολογία καθαρίσει το τριμερές της ψυχής της, είχε μια βιωματική και εμπειρική σχέση με το Θεό, αφού κατά τον Άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο « οι Άγιοι βλέπουν με τα μάτια της ψυχής τους το φως της Τριαδικής Θεότητας και τη θεία ομορφιά η οποία συνεπαίρνει όλο το είναι τους». Γι’ αυτό το λόγο όταν ο αριστοκράτης πατέρας της, ο τοπάρχης Διόσκορος χτίζει ένα λουτρό έξω από τον πύργο, στον οποίο διέμενε η Αγία, ζητεί από τους εργάτες να φτιάξουν τρεις θυρίδες αντί για δυο όπως παρήγγειλε ο πατέρας της κι΄ αυτό γιατί, κατά την αγαπώσα το Θεό καρδία της: «Τρεις θυρίδες φωτίζουσιν πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα.»
Ο Ιερός Χρυσόστομος αναφέρει πως η προς το Θεό αγάπη και ο Θείος Πόθος είναι κατά πολύ ανώτερα από τις εγκόσμιες αγάπες. Εξηγεί δε πως όταν ο άνθρωπος καταληφθεί από την προς το Θεό αγάπη, τότε ο Χριστός γίνεται γι’ αυτόν το ερώμενο πρόσωπο και όλα τα άλλα μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Θα πει χαρακτηριστικά: «Οὐκ ἔστιν οὐδέν ὅ ὁ πόθος οὐ νικᾷ• ὅταν δέ καί θεῖος ᾖ ὁ πόθος, τότε ἁπάντων ὑψηλότερος ἐστίν. Τούτου γάρ μείζων ἐστίν τόν Χριστόν ἔχειν ἑραστήν καί ἑρώμενον ὁμοῦ.»
Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο η Αγία Βαρβάρα αναδείχθηκε τέλειο υπόδειγμα της προς το Θεό αγάπης με την οποία γέμισε την καρδιά της βρίσκοντας το αληθινό νόημα της ζωής. Παρόλο το νεαρό της ηλικίας της, παρόλο που το κοσμικό μέλλον ανοιγόταν μπροστά της ως κόρη Επάρχου και με τα ποικίλα χαρίσματα που είχε, εντούτοις αδιαφορεί για τα πλούτη και τα μεγαλεία που την περιτριγυρίζουν. Στη συνέχεια δέχεται φριχτά βασανιστήρια και αυτόν ακόμα το δια αποκεφαλισμού θάνατο, ως επισφράγισμα της αγάπης της προς το Θεό. Ο Χριστός ανταμείβοντάς την, της προσφέρει τη Θέωση και τον Αγιασμό. Τα άγια λείψανα της που ευωδιάζουν και αποτελούν πηγή «ιάσεων και θαυμάτων παντοδαπών», αποτελούν συνάμα και μια διαρκή υπόμνηση πως ο Θεός, «τους δοξάζοντας Αυτόν αντιδοξάσει».
Είναι δυστυχώς τραγική διαπίστωση το γεγονός πως κατά τον Έριχ Φρομ ο σημερινός άνθρωπος «διάλεξε ανάμεσα στο να είναι, το να έχει». Ο καταναλωτισμός, η μαζικοποίηση, η αλλοτρίωση του ανθρωπίνου προσώπου, η κοινωνική ανισότητα, οι πόλεμοι και πλείστα άλλα κοινωνικά προβλήματα, όπως παραδείγματος χάριν το πρόβλημα των ναρκωτικών και της ενδοοικογενειακής βίας, της κακοποίησης γυναικών και παιδιών και τόσα ἄλλα δεν είναι τίποτε άλλο παρά συνέπειες της έλλειψης του αληθινού νοήματος της ζωής που όπως λέχτηκε και πιο πάνω συμφαίνεται με τη Θέωση και τον Αγιασμό του ανθρωπίνου προσώπου.
Μόνο ο άνθρωπος που βιώνει την προς το Θεό αγάπη νοηματοδοτεί τη ζωή του και μπορεί να αναγνωρίζει τον κάθε άνθρωπο σα μια ζωντανή εικόνα του Θεού. Μόνο ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να είναι ένα αληθινό πρόσωπο όπως ακριβώς υπήρξε και η Αγία Βαρβάρα που εξαιτίας της προς το Θεό αγάπης της, κατέστη κατά τη Θεολογία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά «έμψυχη εικών αρετής, αυτοκίνητος στήλη παντός αγαθού».
Επίσης ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός είναι από τους σπουδαιότερους Πατέρες που διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο τον 8ου αιώνα, εξαιτίας των ιερών εικόνων, αλλά και του όλου έργου του. Υπήρξε μοναχός και πρεσβύτερος της Μονής του αγίου Σάββα στην Παλαιστίνη, περιοχή εκτός της επικράτειας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και εντός του Αραβικού Χαλιφάτου. Ο Ιωάννης διακρίθηκε κυρίως ως ο μέγας αποταμιευτής και ερμηνευτής της ορθόδοξης πατερικής Παράδοσης.
Καταγόταν από επιφανή ελληνοσυριακή οικογένεια της Δαμασκού, πρωτεύουσας του Χαλιφάτου από το 661-749 στην οποία και γεννήθηκε. Ο παππούς του ονομαζόταν Μανσούρ (=νικηφόρος) και ήταν διοικητής της βυζαντινής ελληνικής φρουράς της Δαμασκού, κατά την αραβική επίθεση, όπου και παρέδωσε την πόλη με συνθήκη το 634. Ο πατέρας του Σέργιος ήταν «πραγμάτων ἐπίτροπος» ή λογοθέτης στην κυβέρνηση του Χαλίφη Αβιμέλεχ (685-705), θέση αντίστοιχη με αυτή του υπουργού επί των υποθέσεων του υπόδουλου χριστιανικού πληθυσμού και κυρίως της κατανομής και καταβολής των φόρων. Η μόρφωση του Ιωάννη επεκτάθηκε πέρα από τα καθιερω-μένα πλαίσια. Ο πατέρας του ελευθέρωσε τον αιχμάλωτο μοναχό Κοσμά, άριστο διδάσκαλο από τη Νότια Ιταλία και του ανέθεσε την εκπαίδευση του γιου του. Ο Κοσμάς του δίδαξε αριθμητική, γεωμετρία, μουσική, αστρονομία, ρητορική, διαλεκτική και ηθική κατά Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Μαζί παρακολούθησε τα μαθήματα και ο νεαρός Κοσμάς, ο οποίος είχε υιοθετηθεί από το Σέργιο και έγινε αργότερα γνωστός ως γνωστός ως Κοσμάς ο Μελωδός ή Κοσμάς ο Μαϊουμά, λόγω των ύμνων και των κανόνων που συνέταξε. Ο Ιωάννης διαδέχθηκε τον πατέρα του στην υπηρεσία του χαλιφάτου επί Ουαδίθ (705-715) και κατέλαβε παρόμοιο ή το ίδιο αξίωμα δηλ. του Λογαθέτου. Αργότερα αποσύρθηκε στη μονή του αγ. Σάββα, άγνωστο πότε και υπό ποιες συνθήκες, όπου και εγκαταβίωσε ως μοναχός και επεδόθηκε στη μελέτη και στη συγγραφή. Σύμφωνα με την παράδοση, η αναχώρησή του οφειλόταν σε σύγκρουση με τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ’ τον Ίσαυρο για τις εικόνες. Για το λόγο αυτό τιμωρήθηκε με αποκοπή της δεξιάς χειρός, αλλά αυτή συγκολλήθηκε διά θαύματος της Θεοτόκου. Το πιθανότερο είναι ότι αναχώρησε πριν την έναρξη της Εικονομαχίας, διότι, πρώτον, μπορούσε να παραιτηθεί από το αξίωμα και, δεύτερον, στην υπηρεσία του χαλιφάτου δεν μπορούσε εύκολα να ασχολείται με θέματα, όπως η χρήση των εικόνων. Στη Μονή του αγ. Σάββα διακρίθηκε μεταξύ των μοναχών λόγω της μόρφωσης και του ασκητικού ιδεώδους. Χειροτονήθη-κε πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Ιεροσολύμων Ιωάννη Ε’ (706-735), συνεχίζοντας την άσκηση και το συγγραφικό έργο μέχρι το θάνατό του. Το 754 ασχολήθηκε μαζί του η εικονομαχική σύνοδος της Ιερείας. Τον αναθεμάτισε ως επιρρεπή στο Μωαμεθανισμό , εχθρό της αυτοκρατορίας, διδάσκαλο της ασέβειας και δια-στρεβλωτή των Γραφών. Η σκληρότητα των εκφράσεων της συνόδου καταδεικνύει ότι είχε κατανοηθεί πλήρως η σημασία της προσωπικότητάς του, η οποία είχε σοβαρές επιπτώσεις στους εικονομάχους. Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος (787) ακύρωσε τις αποφάσεις της συνόδου της Ιερείας και θεμελίωσε την περί εικόνων διδασκαλία στη θεολογία των σχετικών έργων του Δαμασκηνού, αναγνωρίζοντας έτσι την προσφορά του.
ΕΡΓΑ. Ο Ιωάννης μας παρέδωσε πλουσιότατο έργο σε όλους τους τομείς της Θεολογίας. Αφιερωμένος στη συχνή μελέτη της Πατερικής Παράδοσης και της ελληνικής φιλοσοφίας κατέγραψε άνετα τον πλούτο της εμπειρίας του. Οι κριτικοί σήμερα αρνούνται την πρωτοτυπία , αλλά αυτό δεν αφορά σε όλα τα έργα του. Εκείνο που δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί είναι η αυστηρότητα στη μέθοδο και τη διαίρεση. Η υπεροχή του συστηματικού στοιχείου έναντι του πρωτοτύπου, υπήρξε αυστηρή στην επιλογή, η οποία εναρμονιζόταν άριστα και προς την αντίστοιχη αξίωση της Εκκλησίας. Τα έργα διακρίνονται σε δογματικά, αντιρρητικά, απολογητικά, ηθικά, ομιλίες, ερμηνευτικά, αγιολογικά και υμνογραφικά. Είναι ένας από τους εισηγητές του ποιητικού είδους των Κανόνων. Σώζονται 90 Κανόνες του, από τους οποίους οι 14 έχουν συμπεριληφθεί στα λειτουργικά βιβλία. Ενδεικτικά λέμε για το Περίφημο έργο που είναι ο «Κανών εἰς τό ἅγιον Πάσχα» και το υμνογραφικό τμήμα των Κυριακών στο βιβλίο της Παρακλητικής· γνωστό ως Ὀχτώηχος της Κυριακής. Οι ύμνοι του επηρέασαν τους μεταγενέστερους ποιητές και απετέλεσαν τον πυρήνα των ακολουθιών της εβδομάδος. Ο Ιωάννης Δαμασκηνός, με το πολύπλευρο έργο του, έχει επιβληθεί με τρεις ιδιότητες· ως απολογητής των εικόνων, ως υμνογράφος και ως δογματικός θεολόγος. Στον τεράστιο όγκο υλικού των συγγραμμάτων υπερασπίζεται το θεσμό των εικόνων, πράγμα που απετέλεσε και τη βάση για την επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας.
Τέλος ο Άγιος Νεομάρτυς και Ιερομάρτυς Σεραφείμ, Επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου του οποίου το όνομα φέρει και ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας, μαρτύρησε στο Φανάρι στις 4 Δεκεμβρίου 1601. Ο άγιος καταγόταν από την περιοχή της Ευρυτανίας, των Αγράφων τότε. Από νεαρή ηλικία έγινε μοναχός και ιερομόναχος στην Ι. Μ. Παναγίας της Κορώνης. Μετά τον θάνατο του Επισκόπου της περιοχής εξελέγη Επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου .
Συνέβη εκείνον τον καιρό το κίνημα του Διονυσίου του Φιλοσόφου, Επισκόπου Λαρίσης, η καταστολή του, η σύλληψη και το μαρτυρικό του τέλος . Τα γεγονότα αυτά είχαν προκαλέσει αναστάτωση στους Τούρκους. Ήταν ανάγκη όμως να κατέβει ο άγιος στο Φανάρι, κωμόπολη της επαρχίας του, να μοιράσει στους αγάδες τα συνηθισμένα πεσκέσια. Κάποιοι αγάδες τότε ,που μισούσαν τον άγιο εξαιτίας της αρετής του και της ποιμαντικής του δραστηριότητας, παρακινημένοι από τον φθονερό δαίμονα, άρπαξαν την ευκαιρία να του κάνουν κακό. Μόλις τον είδαν άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους …Και αυτός ήταν με τον Διονύσιο και πως τόλμησε να εμφανιστεί μπροστά μας όντας εχθρός μας ; Ο άγιος άκουσε τα σχόλια, νόμισε ότι τα λένε για κάποιον άλλον και ανυποψίαστος ρώτησε για ποιόν τα λένε. Εκείνοι του απάντησαν με θυμό : Για σένα αποστάτη και επίβουλε. Τώρα που έπεσες στα χέρια μας θα τιμωρηθείς και συ , όπως σου αξίζει. Εκτός μόνο εάν θελήσεις να αφήσεις την πίστη σου και να γίνεις Τούρκος. Τότε θα σε συγχωρήσουμε και θα σε τιμήσουμε. Μόνον έτσι θα καταλάβουμε πως μετανόησες και έγινες ένα με μας. Ο άγιος , ο οποίος ποθούσε το μαρτύριο για τον Χριστό, τα άκουσε όλα αυτά χωρίς να τα περιμένει, ως θεόσταλτη ευκαιρία . Στάθηκε με πολλή γενναιότητα και τους είπε : Ως προς την κατηγορία που με κατηγορείτε, ξέρετε πολύ καλά ότι είμαι αθώος, όχι μόνον οι Χριστιανοί το γνωρίζουν αλλά εσείς οι Τούρκοι το γνωρίζετε καλύτερα. Όσον αφορά δε να αφήσω την πίστη μου για να γλυτώσω τον θάνατο, δεν πρόκειται με κανένα τρόπο ν’ αφήσω τον γλυκύτατό μου Ιησού και Θεό και Πλάστη μου και μάλιστα τη στιγμή που πρόκειται να θανατωθώ αδίκως. Όσο για τις τιμές που μου λέτε, ελπίζω ν’ απολαύσω πολύ περισσότερες τιμές από τον Δεσπότη μου, τις δε δικές σας ούτε να τις ακούσω δεν καταδέχομαι. Μόλις τ’ άκουσαν αυτά οι αγάδες, τον άρπαξαν και τον πήγαν στον πασά κατηγορώντας τον ότι ήταν κι αυτός μαζί με τον Διονύσιο και πως έπρεπε να θανατωθεί σκληρά για παραδειγματισμό. Τότε ο πασάς κάθισε στον θρόνο του και διέταξε να φέρουν τον άγιο μπροστά του. Άρχισε με ήρεμο τρόπο να του λέει : Σε βλέπω πως είσαι συνετός άνθρωπος και απορώ πως συνεργάστηκες μ’ εκείνον τον παλιάνθρωπο. Δεν το σκέφτηκες καλά πως επιχειρούσατε κάτι το αδύνατο και καταστροφικό για σας ; Και να, βλέπεις πως εκείνος ο κακός είχε κακό τέλος κι εσύ πιάστηκες και κινδυνεύεις να πεθάνεις με άσχημο και φρικτό θάνατο. Όμως εγώ, βλέποντας τη φρονιμάδα σου, λέω πως σαν άνθρωπος έκανες λάθος και επειδή λυπάμαι να σε θανατώσω , σε συμβουλεύω να γίνεις Τούρκος. Όχι μόνο θα σου χαρίσουμε τη ζωή αλλά θα σ’ έχουμε και σε μεγάλη υπόληψη για τη σύνεσή σου . Ο άγιος με πολλή συντομία του απάντησε στον πασά : Το ότι ταλαιπωρούμαι αδίκως το γνωρίζεις καλύτερα από τον καθένα. Όμως την πίστη μου δεν την αρνούμαι ούτε πρόκειται να χωριστώ ποτέ από τον γλυκύτατο Δεσπότη μου και Θεό, τον Ιησού Χριστό, ακόμη κι αν με θανατώνατε με μύριους θανάτους. Είναι χαρά μου και αγαλλίασή μου. Γι’ αυτό , άρχοντα, δείρε με σφάξε με, κόψε με, κάνε ό,τι μπορείς.Ο πασάς τότε διέταξε να τον δείρουν αλύπητα για ώρα και να του κόψουν τη μύτη και να τον ρίξουν στη φυλακή. Χωρίς καμιά φροντίδα, χωρίς τροφή και νερό. Ο άγιος χαιρόταν στη φυλακή και ευχαριστούσε τον Θεό που τον αξίωσε να πάθει για το όνομά Του και Τον παρακαλούσε να του δώσει υπομονή μέχρι τέλους. Την άλλη μέρα διέταξε ο πασάς να τον φέρουν πάλι μπροστά του. Άραγε , του λέει με άμετρη έπαρση, Σεραφείμ, σωφρονίστηκες από τα χθεσινά βάσανα, κατάλαβες το συμφέρον σου, να κάνεις εκείνο που σε συμβουλεύω σαν φίλος σου ή επιμένεις στην κακή σου γνώμη ; Ο άγιος με χαρούμενο πρόσωπο του απάντησε : Έπρεπε, άρχοντα, να μη σου απαντήσω καθόλου. Επειδή όμως λες πως είσαι φίλος μου και με συμβουλεύεις αυτήν την κακή συμβουλή, δηλαδή να αφήσω τον Κύριό μου Ιησού Χριστό , τον Ποιητή και Πλάστη μου και να πιστέψω σε ένα άνθρωπο θνητό, αγράμματο, εχθρό και πολέμιο του Χριστού μου…. Τελικά, βλέποντας ο πασάς τη σταθερότητά του , διέταξε να τον θανατώσουν με ανασκολοπισμό. Τον οδήγησαν στο κέντρο της κωμόπολης και τον σούβλισαν. Έδωσε δε εντολή ο πασάς να παραμείνει το άγιο λείψανο στο παλούκι πολλές ημέρες , για σωφρονισμό των άλλων. Παρ’ όλο που έμεινε όμως πολλές ημέρες δεν αλλοιώθηκε , όπως συμβαίνει συνήθως στα νεκρά σώματα, ούτε βρώμισε αλλά έβγαζε μια θαυμάσια ευωδία , ώστε να απορούν ακόμα και οι αλλοεθνείς .
Πώς να μην αναφωνήσει λοιπόν κάποιος «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού;» εφόσον και οι τρείς Άγιοι είναι ομοϊδεάτες και ομογάλακτοι πνευματικά. Αψήφισαν κάθε μαρτύριο και έδωσαν όλο το είναι τους στο Θεό. Συσταυρώθηκαν και κατάφεραν με συνάφεια και συνισταμένη την εν Χριστώ ζωή να βιώσουν και αυτοί την Παύλειο ρήση: «ζω ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Ευχηθείτε Σεβασμιώτατε και η δική μας προσπάθεια, όλων, να καταστεί εφικτή ώστε να μοιάσουμε στους Αγίους μας, οι οποίοι είναι οδοδείκτες προς τη Βασιλεία του Θεού και να βοηθηθούμε να κάνουμε βίωμα την εν Χριστώ ζωή, όπως εκείνοι, όσο είναι εφικτό. Αμήν.
